άρθρα

Ρευματολογία

Τι είναι ο Ρευματολόγος

Ο Ρευματολόγος είναι ο ιατρός που ειδικεύεται στη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση αυτοάνοσων και φλεγμονωδών παθήσεων που συνήθως προσβάλλουν τις αρθρώσεις, τα οστά, τους μύες, και τους τένοντες. Η ειδικότητα περιλαμβάνει πάνω από 200 παθήσεις, ενώ πολλά νοσήματα (όπως π.χ. ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος) παρουσιάζουν ευρύ φάσμα εκδηλώσεων από διάφορα όργανα όπως η καρδιά, οι πνεύμονες, οι νεφροί, το ήπαρ, τα αγγεία, οι οφθαλμοί, το δέρμα κ.α.

Πότε πρέπει να επισκεφθώ Ρευματολόγο

Ο καθένας μας βιώνει πόνο στους μύες και στις αρθρώσεις από καιρό σε καιρό. Μερικές φορές κάποια από τα σημεία και τα συμπτώματα μπορούν να βελτιωθούν ή ακόμα και να υποχωρήσουν προσωρινά με την αρχική αντιμετώπιση αλλά να επιστρέψουν μόλις διακοπεί η φαρμακευτική αγωγή. Όταν ο πόνος των μυών και των αρθρώσεων δεν υποχωρεί όπως θα περίμενε κανείς ή τα συμπτώματα συνεχίζουν να επιστρέφουν, χρειάζεται μελέτη από τον ειδικό Ρευματολόγο. Η επίσκεψη θα πρέπει να γίνεται ακόμα πιο άμεσα εάν έχετε συγγενείς με αυτοάνοσο ρευματολογικό νόσημα (καθώς αυτές οι καταστάσεις εμφανίζονται σε οικογένειες), εάν οι πόνοι συνοδεύονται από άλλα συμπτώματα όπως κόπωση, πυρετός, φλεγμονή στους οφθαλμούς, εξάνθημα στο δέρμα και διαταραχές από το γαστρεντερικό σύστημα ή εάν τα συμπτώματα επιδεινώνονται σημαντικά σε σύντομο χρονικό διάστημα. Είναι σημαντικό να τονιστεί η αναγκαιότητα της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας καθώς πολλά από τα ρευματολογικά νοσήματα είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμες βλάβες.

Ποια είναι τα ρευματολογικά νοσήματα

Οι παθήσεις που περιλαμβάνονται στα ρευματολογικά νοσήματα είναι:

  1. Εκφυλιστικές παθήσεις με κύριο εκπρόσωπο την οστεοαρθρίτιδα

  2. Φλεγμονώδεις αρθρίτιδες

    • Ρευματοειδής αρθρίτιδα

    • Οροαρνητικές Σπονδυλαρθροπάθειες (αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, εντεροπαθητική αρθρίτιδα, αντιδραστική αρθρίτιδα)

    • Κρυσταλλογενείς αρθρίτιδες (π.χ. ουρική και ψευδοουρική αρθρίτιδα)

  3. Συστηματικά αυτοάνοσα νοσήματα

    • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος

    • Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο

    • σύνδρομο Sjogren

    • Συστηματικό σκληρόδερμα

    • Νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet

    • Φλεγμονώδεις Μυοπάθειες (πολυμυοσίτιδα, δερματομυοσίτιδα)

    • Αγγειίτιδες

    • Σαρκοείδωση

  4. Οστεοπόρωση

  5. Ινομυαλγία

  6. Ρευματισμοί των μαλακών μορίων – Περιαρθρίτιδες (π.χ. τενοντίτιδα του υπερακανθίου, παγωμένος ώμος, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, επικονδυλίτιδα κ.α.)

Θεραπεία Ρευματικών Παθήσεων

Η θεραπεία των ρευματικών παθήσεων εξατομικεύεται για τον κάθε ασθενή, κι αυτό σημαίνει πως ακόμα και ασθενείς που πάσχουν από το ίδιο νόσημα μπορεί να λαμβάνουν διαφορετική φαρμακευτική αγωγή. Ο Ρευματολόγος μπορεί να χορηγήσει ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, ανοσοτροποποιητικά αντιρευματικά φάρμακα ή και νεότερους βιολογικούς παράγοντες. Η αγωγή μπορεί να απαιτεί και τοπικές θεραπευτικές παρεμβάσεις με παρακέντηση για αφαίρεση υγρού από την άρθρωση ή και ενδαρθρική έγχυση κορτικοστεροειδούς ή υαλουρονικού οξέος. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όπως η ετορικοξίμπη και η ναπροξένη, μπορούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να βοηθήσουν στον περιορισμό της φλεγμονής και τη βελτίωση του άλγους και του περιορισμού τη κινητικότητας των αρθρώσεων. Η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής θα πρέπει να συνοδεύεται από επαναληπτικό εργαστηριακό έλεγχο και κλινική εκτίμηση του ασθενούς, σε τακτά χρονικά διαστήματα, με στόχο τον έλεγχο της πορείας του εκάστοτε νοσήματος.

Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια μορφή φλεγμονώδους πολυαρθρίτιδας που αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή των αρθρώσεων, παραμόρφωση και απώλεια λειτουργικότητας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου είναι η φλεγμονή (οίδημα-ερυθρότητα-άλγος) των μικρών αρθρώσεων των άκρων χειρών και άκρων ποδών, ενώ δυνητικά μπορεί να προσβληθούν οι περισσότερες αρθρώσεις του σώματος. Εκτός από τις αρθρώσεις, μπορεί να παρατηρηθούν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις της νόσου, συμπεριλαμβανομένων της φλεγμονής των οφθαλμών, της προσβολής καρδιάς και πνευμόνων, των υποδόριων οζιδίων κ.α. Ο πόνος στις αρθρώσεις συνοδεύεται συχνά από κόπωση και δυσκαμψία των αρθρώσεων, ειδικά τις πρωινές ώρες, καθώς και μετά από παρατεταμένες περιόδους ανάπαυσης.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συχνότερα εμφανίζεται σε γυναίκες ηλικίας 40-60 ετών. Έρευνες έχουν δείξει πως πέρα από γενετικούς παράγοντες, υπάρχουν και περιβαντολλογικοί παράγοντες, με κυριότερο το κάπνισμα, που μπορεί να συμβάλλουν στην εκδήλωση της νόσου.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα διαγιγνώσκεται με την ανασκόπηση των συμπτωμάτων, τη διεξαγωγή φυσικής εξέτασης και την πραγματοποίηση ακτινογραφιών και εργαστηριακών εξετάσεων, όπως ο ρευματοειδής παράγοντας και τα antiCCP αντισώματα. Η έγκαιρη διάγνωση και έναρξη θεραπευτικής αγωγής είναι το κλειδί για την αναχαίτηση της εξέλιξης της νόσου και την αποφυγή των βλαβερών επιπτώσεών της.

Στη θεραπευτική μας φαρέτρα ανήκουν τα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (π.χ. μεθοτρεξάτη), οι βιολογικοί παράγοντες (π.χ. αναστολείς TNF-α), αλλά και τα νεότερα μικρά μόρια (αναστολείς JAK κινασών) που μας δίνουν τη δυνατότητα να ελέγχουμε τη νόσο και να βελτιώνουμε σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών μας.

Οροαρνητικές Σπονδυλαρθροπάθειες

Οι οροαρνητικές σπονδυλοαρθροπάθειες είναι μια οικογένεια φλεγμονωδών νοσημάτων που περιλαμβάνει την Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, την Ψωριασική αρθρίτιδα, την Αρθρίτιδα που σχετίζεται με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, την Αντιδραστική αρθρίτιδα (πρώην σύνδρομο Reiter) και την Αδιαφοροποίητη σπονδυλαρθρίτιδα. Οι ασθενείς με οροαρνητική σπονδυλαρθροπάθεια συχνά παρουσιάζουν φλεγμονώδη πόνο στις αρθρώσεις και την σπονδυλική στήλη που χαρακτηρίζεται από πρωινή δυσκαμψία η οποία διαρκεί περισσότερο από μία ώρα και βελτιώνεται με τη δραστηριότητα. Ως προς την αιτιολογία των νοσημάτων αυτών γνωρίζουμε σήμερα την αξία του γενετικού υπόβαθρου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανίχνευση του HLA-B27 γονιδίου στο 90% των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα.

Οι ασθενείς με αξονική σπονδυλαρθρίτιδα έχουν τυπικά χρόνια οσφυαλγία για περισσότερο από τρεις μήνες με έναρξη πριν από την ηλικία των 45 ετών. Σε αυτούς τους ασθενείς, το τεστ Schober (για την αξιολόγηση της οσφυϊκής κάμψης) και το τεστ ινίου-τοίχου (για την εκτίμηση αυχενικής/άνω θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) αποτελεί μέρος της ρουτίνας της φυσικής εξέτασης. Όσοι έχουν περιφερική προσβολή, παρουσιάζουν ασύμμετρη συνήθως αρθρίτιδα η οποία χαρακτηρίζεται από οξεία έναρξη και παρατηρείται συχνότερα σε γόνατα και ποδοκνημικές αρθρώσεις. Άλλες χαρακτηριστικές κλινικές εκδηλώσεις είναι η ενθεσίτιδα και η δακτυλίτιδα που απαντάται συχνότερα σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα. Τα μη μυοσκελετικά χαρακτηριστικά που είναι σημαντικό να ελεγχθούν από το ιστορικό περιλαμβάνουν την εμφάνιση ψωρίασης, την οφθαλμική φλεγμονή, την προηγούμενη/τρέχουσα γαστρεντερική ή ουρογεννητική λοίμωξη, καθώς και την παρουσία φλεγμονώδους νόσου του εντέρου, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως πρέπει να αξιολογείται και το οικογενειακό ιστορικό σπονδυλαρθριτίδων και άλλων αυτοάνοσων διαταραχών. Τέλος, την κλινική εξέταση και το ιστορικό συμπληρώνουν ειδικός απεικονιστικός και εργαστηριακός έλεγχος που βοηθούν τόσο στην επιβεβαίωση της διάγνωσης όσο και στον έλεγχο της έκτασης της νόσου.

Οι θεραπευτικοί στόχοι για τις οροαρνητικές σπονδυλαρθοπάθειες είναι η εξάλειψη της φλεγμονής και η διατήρηση της λειτουργικότητας των αρθρώσεων με παράλληλη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης επιπλοκών που σχετίζονται με τη νόσο. Βασικός άξονας της θεραπείας είναι η άσκηση για τη διατήρηση της δύναμης και του εύρους κίνησης της σπονδυλικής στήλης και των περιφερικών αρθρώσεων. Πρώτης γραμμής αγωγή αποτελούν τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συνήθως σε μέγιστες δόσεις (εκτός από την αρθρίτιδα που σχετίζεται με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου). Σε περίπτωση που τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα δεν καταφέρουν να ελέγξουν τα συμπτώματα, είναι μη ανεκτά λόγω παρενεργειών ή αντενδείκνυνται λόγω συννοσηροτήτων (π.χ. αρτηριακή υπέρταση), το επόμενο βήμα στη θεραπεία εξαρτάται από το εάν η νόσος χαρακτηρίζεται από αξονική ή περιφερική προσβολή. Στην αξονική νόσο , οι βιολογικοί παράγοντες (π.χ. αναστολείς TNF-α), αλλά και τα νεότερα μικρά μόρια (αναστολείς JAK κινασών) είναι η επόμενη γραμμή θεραπείας. Τα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (π.χ. μεθοτρεξάτη) δεν είναι αποτελεσματικά στην αξονική προσβολή, αλλά αποτελούν θεραπεία δεύτερης γραμμής για την περιφερική αρθρίτιδα, ενώ μερικές φορές απαιτείται συνδυαστική θεραπεία ώστε να επιτευχθεί ύφεση των συμπτωμάτων.

Ουρική Αρθρίτιδα

Η ουρική αρθρίτιδα είναι η πιο συχνή από τις φλεγμονώδεις αρθρίτιδες. Χαρακτηριστική εντόπιση της νόσου είναι η πρώτη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση, η φλεγμονή της οποίας είναι γνωστή στο ευρύ κοινό με τον όρο «ποδάγρα». Η φλεγμονή της άρθρωσης προκύπτει από την καθίζηση κρυστάλλων ουρικού μονονατρίου εντός του αρθρικού θυλάκου που είναι αποτέλεσμα υψηλών τιμών ουρικού οξέος στο αίμα. Αν οι υψηλές τιμές ουρικού οξέος παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσουν σε επιπλέον επιβάρυνση του οργανισμού με προσβολή των νεφρών και δημιουργία τόφων, που είναι σκληρές μάζες από εναπόθεση κρυστάλλων. 

Το ιστορικό, η κλινική εξέταση και ο εργαστηριακός έλεγχος είναι ικανά να μας καθοδηγήσουν ώστε να τεθεί η διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας, η οποία μπορεί να επιβεβαιωθεί με την αναγνώριση στο μικροσκόπιο κρυστάλλων ουρικού μονονατρίου στο αρθρικό υγρό της προσβεβλημένης άρθρωσης. Η οξεία ουρική αρθρίτιδα μπορεί να αντιμετωπιστεί με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, κορτικοστεροειδή ή κολχικίνη. Για να μειωθεί η πιθανότητα επαναλαμβανόμενων εξάρσεων, οι ασθενείς θα πρέπει να περιορίσουν την κατανάλωση ορισμένων τροφών πλούσιων σε πουρίνες (π.χ. θα πρέπει να ενθαρρύνεται η κατανάλωση λαχανικών και γαλακτοκομικών προϊόντων με χαμηλά ή μη λιπαρά). Επίσης θα πρέπει να ρυθμιστεί η φαρμακευτική αγωγή καθώς για παράδειγμα η χρήση διουρητικών μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος και να προκαλέσει κρίση ουρικής αρθρίτιδας. 

Η μείωση των επιπέδων ουρικού οξέος είναι το κλειδί για την αποφυγή εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας. Η αλλοπουρινόλη και η φεμπουξοστάτη είναι τα φάρμακα που διαθέτουμε για την αποτελεσματική πρόληψη της υποτροπιάζουσας ουρικής αρθρίτιδας. Οι ασθενείς που πρόκειται να λάβουν φάρμακα μείωσης του ουρικού οξέος θα πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίζονται για δεδομένο χρονικό διάστημα με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, κολχικίνη ή χαμηλή δόση κορτικοστεροειδών για την πρόληψη εξάρσεων.

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος είναι μια αυτοάνοση διαταραχή που εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς και τα όργανα του ίδιου του σώματος. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία συμπτωμάτων που μπορεί να αφορούν πολλά όργανα και συστήματα, συμπεριλαμβανομένου του δέρματος, των αρθρώσεων, των νεφρών, των πνευμόνων και του κεντρικού νευρικού συστήματος, ενώ συχνά εμφανίζονται και αιματολογικές διαταραχές. Η νόσος προσβάλλει συχνότερα τις γυναίκες αναπραγωγικής ηλικίας, αξίζει όμως να σημειωθεί πως το 20% των περιπτώσεων απαντάται σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Οι γυναίκες αναπτύσσουν συστηματικό ερυθηματώδη λύκο περίπου εννέα φορές πιο συχνά από τους άνδρες. 

Η νόσος μπορεί αρχικά να εμφανιστεί με γενική συμπτωματολογία όπως υπερβολική κόπωση, αρθραλγίες ή/και αρθρίτιδα, μυαλγίες, πυρετό και απώλεια βάρους. Τα δερματικά προβλήματα είναι κοινά, με χαρακτηριστικό το ερυθρό εξάνθημα στα μάγουλα και τη ράχη της μύτης, που ονομάζεται “εξάνθημα πεταλούδας” λόγω του σχήματός του. Το εξάνθημα, το οποίο γενικά δε συνοδεύεται από άλγος ή κνησμό, εκδηλώνεται ή επιδεινώνεται όταν εκτίθεται στην ηλιακή ακτινοβολία. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να έχουν απώλεια τριχών κεφαλής και έλκη στους βλεννογόνους του στόματος και της μύτης.

Στις σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις συμπεριλαμβάνεται η νεφρίτιδα του Λύκου, καθώς και η προσβολή της καρδιάς (π.χ. περικαρδίτιδα) και των πνευμόνων (π.χ. πλευρίτιδα) που απαιτούν ισχυρή ανοσοκατασταλτική αγωγή. Η συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε επιληπτικές κρίσεις, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και γνωσιακή δυσλειτουργία με δυσκολία επεξεργασίας και απομνημόνευσης πληροφοριών. Εκδηλώσεις συναντάμε και από την ψυχική σφαίρα, με πιο συχνές το άγχος και την κατάθλιψη.

Η νόσος ακολουθεί πορεία με εξάρσεις και υφέσεις, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η τακτική παρακολούθηση των ασθενών και η ανάλογη ρύθμιση της φαρμακευτικής αγωγής, ώστε να αποφευχθεί η βλάβη στα κύρια όργανα του σώματος μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή.

MEDIPROLIPSIS

Ιωάννου Φωκά 40, Αθήνα, ΤΚ 111 42

ΤΗΛ

2110102558

Email

info@mediprolipsis.gr